Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Curmudgeon
01
γκρινιάρης, δύστροπος
a bad-tempered person who is easily annoyed and angered, usually old in age
Παραδείγματα
Everyone avoided the curmudgeon who lived next door due to his constant complaints.
Όλοι απέφευγαν τον γκρινιάρη που ζούσε δίπλα λόγω των συνεχών του παραπονιών.



























