curmudgeon
cur
mu
ˈmʌ
ma
dgeon
ʤən
jēn

Ορισμός και σημασία του "curmudgeon"στα αγγλικά

01

γκρινιάρης, δύστροπος

a bad-tempered person who is easily annoyed and angered, usually old in age 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
curmudgeons
Παραδείγματα
The neighborhood curmudgeon yelled at the kids for playing too loudly. 

Ο γκρινιάρης της γειτονιάς φώναξε στα παιδιά γιατί έπαιζαν πολύ δυνατά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store