curbside
curb
ˈkɜ:b
kēb
side
ˌsaɪd
said

Ορισμός και σημασία του "curbside"στα αγγλικά

01

άκρο του πεζοδρομίου, πλευρά του δρόμου

the area adjacent to the edge of a street or road where vehicles can park or where services, such as deliveries or pickups, often take place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
curbsides
Παραδείγματα
He waited at the curbside for the taxi to arrive. 

Περίμενε στο χείλος του πεζοδρομίου να φτάσει το ταξί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

curbside

curb

+

side

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store