Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuneiform
01
σφηνοειδής, σφηνοειδής γραφή
one of the earliest known writing systems in human history, characterized by wedge-shaped marks or symbols impressed on clay tablets using a stylus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuneiforms
cuneiform
01
σφηνοειδής, σχετικός με τα σφηνοειδή οστά
of or relating to the tarsal bones (or other wedge-shaped bones)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
σφηνοειδής, σε σχήμα σφήνας
shaped like a wedge



























