cumulative
cu
ˈkju:
kyoo
mu
mjʊ
myoo
la
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "cumulative"στα αγγλικά

cumulative
01

συσσωρευτικός, προοδευτικός

increasing gradually as more and more is added 
cumulative definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cumulative
συγκριτικός βαθμός
more cumulative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cumulative effect of daily exercise is improved physical fitness. 

Το συσσωρευτικό αποτέλεσμα της καθημερινής άσκησης είναι η βελτίωση της φυσικής κατάστασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store