Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cumbrous
01
ογκώδης, δύσκολος στη μεταφορά
clumsy or difficult to handle due to size or weight
Παραδείγματα
The cumbrous ropes and equipment were a hassle to manage during the outdoor adventure.
Τα δυσκίνητα σχοινιά και ο εξοπλισμός ήταν ένα μπελάς να διαχειριστείς κατά τη διαδρομή.



























