Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultivated
01
καλλιεργημένος, οργωμένος
(of land or fields) prepared for raising crops by plowing or fertilizing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cultivated
συγκριτικός βαθμός
more cultivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
With his cultivated knowledge of classical music, he impressed everyone at the concert.
Με τη καλλιεργημένη γνώση της κλασικής μουσικής, εντυπωσίασε όλους στο κονσέρτο.
03
καλλιεργημένος, ανεπτυγμένος
no longer in the natural state; developed by human care and for human use
Λεξικό Δέντρο
uncultivated
cultivated
cultivate
culture



























