Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cultivated
01
καλλιεργημένος, οργωμένος
(of land or fields) prepared for raising crops by plowing or fertilizing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cultivated
συγκριτικός βαθμός
more cultivated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was a cultivated gentleman, often engaging in thoughtful conversations about art and literature.
Ήταν ένας καλλιεργημένος κύριος, που συχνά εμπλεκόταν σε σκεπτικές συζητήσεις για την τέχνη και τη λογοτεχνία.
03
καλλιεργημένος, ανεπτυγμένος
no longer in the natural state; developed by human care and for human use
Λεξικό Δέντρο
uncultivated
cultivated
cultivate
culture



























