Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuckoo
01
κούκος, συχινός
a medium-sized bird with a grayish-brown plumage that lays its eggs in the nests of other birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuckoos
Παραδείγματα
The cuckoo's melodic call echoed through the forest, signaling the arrival of spring.
Η μελωδική κλήση του κούκου ηχούσε στο δάσος, σηματοδοτώντας την άφιξη της άνοιξης.
02
ανόητος, τρελός
a man who is foolish, incompetent, or mentally erratic
Παραδείγματα
Don't listen to that cuckoo—he has no idea what he's talking about.
Μην ακούτε εκείνο τον βλάκα—δεν έχει ιδέα για τι μιλάει.
to cuckoo
01
κουκουβάζω, επαναλαμβάνω σαν κούκος
to repeat monotonously, imitating the repetitive call of a cuckoo bird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cuckoo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuckoos
ενεστώτα μετοχή
cuckooing
απλός αόριστος
cuckooed
παθητική μετοχή
cuckooed
Παραδείγματα
He cuckooed the phrase over and over until everyone got bored.
Αυτός κούκου τη φράση ξανά και ξανά μέχρι που όλοι βαρέθηκαν.



























