Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuckold
01
κερατάς, κεφαλοκύβωτος
a man whose partner is unfaithful, often implying he is weak or humiliated
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuckolds
Παραδείγματα
He learned he had become a cuckold after overhearing his wife's late-night phone calls.
Έμαθε ότι είχε γίνει κερατάς αφού άκουσε τις νυχτερινές τηλεφωνικές κλήσεις της γυναίκας του.
to cuckold
01
κερατώνω, απατώ
to have a sexual relationship with another person's spouse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cuckold
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuckolds
ενεστώτα μετοχή
cuckolding
απλός αόριστος
cuckolded
παθητική μετοχή
cuckolded
Παραδείγματα
In the novel, Humberto cuckolds his employer to gain revenge.
Στο μυθιστόρημα, ο Χουμπέρτο κερατώνει τον εργοδότη του για να πάρει εκδίκηση.
Λεξικό Δέντρο
cuckoldry
cuckold



























