Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crying
01
φωνακλάδικος, εμφανής
conspicuously and outrageously bad or reprehensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crying
συγκριτικός βαθμός
more crying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, evaluation, behavior
Crying
01
κλάμα, δάκρυα
the process of shedding tears (usually accompanied by sobs or other inarticulate sounds)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
crying
cry



























