crying
Pronunciation
/ˈkɹaɪɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "crying"στα αγγλικά

01

φωνακλάδικος, εμφανής

conspicuously and outrageously bad or reprehensible
crying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crying
συγκριτικός βαθμός
more crying
διαβαθμίσιμο
02

επείγων, πressing

indicating an urgent need for attention or action
Παραδείγματα
The crying issue of climate change needs global action.
Το επείγον ζήτημα της κλιματικής αλλαγής απαιτεί παγκόσμια δράση.
01

κλάμα, δάκρυα

the process of shedding tears (usually accompanied by sobs or other inarticulate sounds)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store