crypt
crypt
krɪpt
kript
tippedrippedequiptscript

Ορισμός και σημασία του "crypt"στα αγγλικά

01

κρύπτη, υπόγειο ταφικό δωμάτιο

an underground room or vault beneath a church, often used for burials or storing sacred items 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crypts
Παραδείγματα
The family visited the crypt to see their ancestors' tombs. 

Η οικογένεια επισκέφτηκε την κρύπτη για να δει τους τάφους των προγόνων τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cryptic
cryptical
decrypt
crypt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store