crumb
crumb
krʌm
kram
strumplumbahemslum

Ορισμός και σημασία του "crumb"στα αγγλικά

01

ψίχα, κομματάκι

a small piece of a baked product such as a cake, bread, etc. 
crumb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crumbs
02

ψίχουλο, αξιοκατάφρονος

a person who is deemed to be despicable or contemptible 
03

ψίχα, μικρή ποσότητα

a very small quantity of something 
to crumb
01

αφαιρώ τα ψίχουλα από, καθαρίζω τα τρίμματα από

remove crumbs from 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
crumbs
ενεστώτα μετοχή
crumbing
απλός αόριστος
crumbed
παθητική μετοχή
crumbed
02

θρυμματίζω, κάνω ψίχουλα

break into crumbs 
03

επικαλύπτω με ψίχουλα, καλύπτω με τριμμένη φρυγανιά

coat with bread crumbs 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store