Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crumb
01
ψίχα, κομματάκι
a small piece of a baked product such as a cake, bread, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crumbs
02
ψίχουλο, αξιοκατάφρονος
a person who is deemed to be despicable or contemptible
03
ψίχα, μικρή ποσότητα
a very small quantity of something
to crumb
01
αφαιρώ τα ψίχουλα από, καθαρίζω τα τρίμματα από
remove crumbs from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crumb
γ΄ ενικό πρόσωπο
crumbs
ενεστώτα μετοχή
crumbing
απλός αόριστος
crumbed
παθητική μετοχή
crumbed
02
θρυμματίζω, κάνω ψίχουλα
break into crumbs
03
επικαλύπτω με ψίχουλα, καλύπτω με τριμμένη φρυγανιά
coat with bread crumbs



























