Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cruiserweight
01
cruiserweight, επαγγελματίας πυγμάχος cruiserweight
a professional boxer who weighs between 169 and 175 pounds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cruiserweights
02
cruiserweight, κλάση cruiserweight
a weight class in boxing or wrestling for competitors who weigh between 85 and 90.7 kg
Παραδείγματα
She feels stronger and faster at the cruiserweight class.
Αισθάνεται πιο δυνατή και γρηγορότερη στην κατηγορία ελαφρύ βαρέως βάρους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cruiserweight
cruiser
weight



























