cruiserweight
crui
ˈkru:
kroo
ser
weight
weɪt
veit

Ορισμός και σημασία του "cruiserweight"στα αγγλικά

01

cruiserweight, επαγγελματίας πυγμάχος cruiserweight

a professional boxer who weighs between 169 and 175 pounds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cruiserweights
02

cruiserweight, κλάση cruiserweight

a weight class in boxing or wrestling for competitors who weigh between 85 and 90.7 kg 
Παραδείγματα
She feels stronger and faster at the cruiserweight class. 

Αισθάνεται πιο δυνατή και γρηγορότερη στην κατηγορία ελαφρύ βαρέως βάρους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cruiserweight

cruiser

+

weight

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store