Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crossbreed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crossbreeds
Παραδείγματα
The new fruit is a crossbreed of an apple and a pear.
Το νέο φρούτο είναι ένα υβρίδιο μεταξύ μήλου και αχλαδιού.
to crossbreed
01
διασταυρώνω, υβριδοποιώ
to make an animal or plant breed with a different type
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crossbreed
γ΄ ενικό πρόσωπο
crossbreeds
ενεστώτα μετοχή
crossbreeding
απλός αόριστος
crossbred
παθητική μετοχή
crossbred
Παραδείγματα
She crossbred two tomato varieties to improve resistance to disease.
Διέκρινε δύο ποικιλίες ντομάτας για να βελτιώσει την αντοχή στις ασθένειες.



























