crossbreed
cross
krɒs
kros
breed
brid
brid
crossbred

Ορισμός και σημασία του "crossbreed"στα αγγλικά

01

υβρίδιο, διασταύρωση

an animal or plant produced by breeding two different species or varieties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crossbreeds
Παραδείγματα
The lab bred a crossbreed of a lion and a tiger, known as a liger. 

Το εργαστήριο επέτρεψε έναν υβριδισμό λιονταριού και τίγρης, γνωστό ως λάιγκερ.

to crossbreed
01

διασταυρώνω, υβριδοποιώ

to make an animal or plant breed with a different type 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crossbreed
γ΄ ενικό πρόσωπο
crossbreeds
ενεστώτα μετοχή
crossbreeding
απλός αόριστος
crossbred
παθητική μετοχή
crossbred
Παραδείγματα
The breeder crossbred a poodle and a schnauzer to create a new dog breed. 

Ο εκτροφέας διέκρινε ένα κανίς και ένα σνάουζερ για να δημιουργήσει μια νέα ράτσα σκύλου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store