Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Croquet
01
κροκέ, παιχνίδι κροκέ
a game that is played on grass and involves a series of hoops through which the players must roll wooden balls using hammer-like sticks called mallets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
croquets
Παραδείγματα
The park has a designated area for lawn games like croquet.
Το πάρκο έχει μια καθορισμένη περιοχή για παιχνίδια στο γρασίδι όπως το κροκέ.
to croquet
01
παίζω κρόκετ, συμμετέχω σε ένα παιχνίδι κρόκετ
play a game in which players hit a wooden ball through a series of hoops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
croquet
γ΄ ενικό πρόσωπο
croquets
ενεστώτα μετοχή
croqueting
απλός αόριστος
croqueted
παθητική μετοχή
croqueted
02
απωθώ χτυπώντας με τη μπάλα μου, διώχνω χτυπώντας με τη μπάλα μου
drive away by hitting with one's ball



























