Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to crisscross
01
διασταυρώνω, διασχίζω
to form a pattern or movement of lines or objects that cross each other in a regular pattern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
crisscross
γ΄ ενικό πρόσωπο
crisscrosses
ενεστώτα μετοχή
crisscrossing
απλός αόριστος
crisscrossed
παθητική μετοχή
crisscrossed
02
διασταυρώνω, σημειώνω με ένα μοτίβο διασταυρωμένων γραμμών
mark with a pattern of crossing lines
03
διασταυρώνω, διασχίζω
mark with or consist of a pattern of crossed lines
crisscross
01
σταυρωτά, διασταυρούμενα
crossing one another in opposite directions
γραμματικές πληροφορίες
crisscross
01
διασταυρούμενος, διασταυρωμένος
marked with crossing lines
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crisscross
συγκριτικός βαθμός
more crisscross
διαβαθμίσιμο
Crisscross
01
διασταύρωση, διασταυρούμενο σχέδιο
a pattern of crossing lines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crisscrosses
Παραδείγματα
The lines formed a crisscross on the paper.
Οι γραμμές σχημάτισαν ένα διασταύρωση στο χαρτί.
Λεξικό Δέντρο
crisscrossed
crisscross



























