cretin
cre
ˈkre
kre
tin
tɪn
tin
cretancreatin

Ορισμός και σημασία του "cretin"στα αγγλικά

01

κρετίνος, ηλίθιος

a stupid, objectionable, or clumsy person 
cretin definition and meaning
προσβλητικό
Παραδείγματα
You cretin, you've spilled red wine all over the white carpet. 

Κρετίνος, έχεις χύσει κόκκινο κρασί σε όλο το λευκό χαλί.

02

κρετίνος, ηλίθιος

a person of subnormal intelligence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cretins

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cretinism
cretinous
cretin
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store