creditable
cre
ˈkrɛ
kre
di
di
table
təbl
tēbl
credible

Ορισμός και σημασία του "creditable"στα αγγλικά

creditable
01

έπαινος, αξιοσέβαστος

deserving of approval or respect, though not very exceptional 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most creditable
συγκριτικός βαθμός
more creditable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
While not a masterpiece, the artist's early work is still creditable and shows potential. 

Αν και δεν είναι αριστούργημα, το πρώιμο έργο του καλλιτέχνη είναι ακόμα αξιέπαινο και δείχνει δυνατότητες.

Λεξικό Δέντρο

creditably
discreditable
creditable
credit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store