credibility
Pronunciation
/ˌkɹɛdəˈbɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "credibility"στα αγγλικά

01

αξιοπιστία, ευπιστία

a quality that renders a thing or person as trustworthy or believable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
credibilities
Παραδείγματα
The organization ’s credibility was damaged by the scandal, leading to a loss of public trust.
Η αξιοπιστία του οργανισμού υπέστη ζημιά από το σκάνδαλο, οδηγώντας σε απώλεια δημόσιας εμπιστοσύνης.

Λεξικό Δέντρο

incredibility
credibility
credible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store