Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Credibility
01
αξιοπιστία, ευπιστία
a quality that renders a thing or person as trustworthy or believable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
credibilities
Παραδείγματα
The organization ’s credibility was damaged by the scandal, leading to a loss of public trust.
Η αξιοπιστία του οργανισμού υπέστη ζημιά από το σκάνδαλο, οδηγώντας σε απώλεια δημόσιας εμπιστοσύνης.
Λεξικό Δέντρο
incredibility
credibility
credible



























