cream cheese
Pronunciation
/ˈkriːm ˈʧiːz/

Ορισμός και σημασία του "cream cheese"στα αγγλικά

01

τυρί κρέμα, κρεμώδες τυρί

a type of smooth soft cheese that is made from whole milk and cream
cream cheese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spread cream cheese on a bagel for breakfast, topping it with smoked salmon and capers.
Εξαπλώθηκε κρέμα τυριού σε ένα μπέιγκελ για το πρωινό, τοποθετώντας από πάνω καπνιστό σολομό και κάπαρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store