craving
cra
ˈkreɪ
krei
ving
vɪng
ving
carving

Ορισμός και σημασία του "craving"στα αγγλικά

01

λαχτάρα, έντονη επιθυμία

a strong desire for something, especially food or a particular experience 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cravings
Παραδείγματα
She had a sudden craving for chocolate after dinner. 

Είχε ξαφνική λαχτάρα για σοκολάτα μετά το δείπνο.

Λεξικό Δέντρο

craving
crave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store