craving
Pronunciation
/ˈkɹeɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "craving"στα αγγλικά

01

λαχτάρα, έντονη επιθυμία

a strong desire for something, especially food or a particular experience
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cravings
Παραδείγματα
She could n't shake the craving to visit the beach, even though it was winter.
Δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί την λαχτάρα να επισκεφτεί την παραλία, παρόλο που ήταν χειμώνας.

Λεξικό Δέντρο

craving
crave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store