Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crap
01
ανοησίες, ψέματα
falsehoods, lies, or nonsensical statements that are not meant to be taken seriously
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crap
Παραδείγματα
He talks a load of crap when he's trying to impress people.
Λέει πολλές ανοησίες όταν προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους ανθρώπους.
02
σκατά, κακά
solid bodily waste
slang
vulgar
Παραδείγματα
The alley smelled like piss and crap.
Το σοκάκι μύριζε ούρα και σκατά.
crap
01
Σκατά! Έχυσα τον καφέ πάνω στο πουκάμισό μου., Αμάν! Έχυσα τον καφέ πάνω στο πουκάμισό μου.
used to express frustration, annoyance, or disappointment
informal
Παραδείγματα
Crap! This traffic is going to make me late for the meeting.
Γαμώτο! Αυτή η κίνηση θα με κάνει να αργήσω στη συνάντηση.
to crap
01
χέζω, αφοδεύω
have a bowel movement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crap
γ΄ ενικό πρόσωπο
craps
ενεστώτα μετοχή
crapping
απλός αόριστος
crapped
παθητική μετοχή
crapped



























