crafty
craf
ˈkrɑ:f
kraaf
ty
ti
ti
draftydrafteedraughty

Ορισμός και σημασία του "crafty"στα αγγλικά

01

πανούργος, πανουργος

using clever and usually deceitful methods to achieve what one wants 
crafty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
craftiest
συγκριτικός βαθμός
craftier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her crafty negotiation tactics allowed her to secure a favorable deal for her company. 

Οι πανούργες τακτικές διαπραγμάτευσης της της επέτρεψαν να εξασφαλίσει μια ευνοϊκή συμφωνία για την εταιρεία της.

Λεξικό Δέντρο

craftily
craftiness
crafty
craft
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store