Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crafty
01
πανούργος, πανουργος
using clever and usually deceitful methods to achieve what one wants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
craftiest
συγκριτικός βαθμός
craftier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They devised a crafty strategy to outsmart their competitors.
Σκέφτηκαν μια πανούργη στρατηγική για να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους.
Λεξικό Δέντρο
craftily
craftiness
crafty
craft



























