Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crackle
01
κροτάλισμα, τρίξιμο
the sharp, popping sound produced by the rapid expansion or combustion of materials, often associated with fire or heating
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The crackle of the bonfire added to the atmosphere of the summer night.
Ο κρότος της φωτιάς προσέθεσε στην ατμόσφαιρα του καλοκαιρινού βραδιού.
02
ράγισμα, δίκτυο λεπτών ρωγμών
glazed china with a network of fine cracks on the surface
to crackle
01
τρίζω, κρακίζω
make a crackling sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
crackles
ενεστώτα μετοχή
crackling
απλός αόριστος
crackled
παθητική μετοχή
crackled
02
ραγίζω, καλύπτομαι με ρωγμές
to become, or to cause to become, covered with a network of small cracks
03
τρίζω, κρακίζω
make a crushing noise
crackle
01
ραγισμένος, κρακελάριστος
having the surface decorated with a network of fine cracks, as in crackleware
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crackle
συγκριτικός βαθμός
more crackle
διαβαθμίσιμο



























