crackle
cra
ˈkræ
krā
ckle
kəl
kēl
cackle

Ορισμός και σημασία του "crackle"στα αγγλικά

01

κροτάλισμα, τρίξιμο

the sharp, popping sound produced by the rapid expansion or combustion of materials, often associated with fire or heating 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The crackle of the bonfire added to the atmosphere of the summer night. 

Ο κρότος της φωτιάς προσέθεσε στην ατμόσφαιρα του καλοκαιρινού βραδιού.

02

ράγισμα, δίκτυο λεπτών ρωγμών

glazed china with a network of fine cracks on the surface 
to crackle
01

τρίζω, κρακίζω

make a crackling sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crackle
γ΄ ενικό πρόσωπο
crackles
ενεστώτα μετοχή
crackling
απλός αόριστος
crackled
παθητική μετοχή
crackled
02

ραγίζω, καλύπτομαι με ρωγμές

to become, or to cause to become, covered with a network of small cracks 
03

τρίζω, κρακίζω

make a crushing noise 
01

ραγισμένος, κρακελάριστος

having the surface decorated with a network of fine cracks, as in crackleware 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crackle
συγκριτικός βαθμός
more crackle
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store