Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crabbed
01
γκρινιάρης, ευερέθιστος
marked by a harsh or irritable temperament
Παραδείγματα
The teacher's crabbed attitude discouraged students from asking questions.
Η γκρινιάρικη στάση του δασκάλου αποθάρρυνε τους μαθητές από το να κάνουν ερωτήσεις.
02
δυσανάγνωστος, δύσκολος στην κατανόηση
difficult to read or understand
Παραδείγματα
His crabbed writing frustrated his teachers throughout school.
Η δύσκολη στην ανάγνωση γραφή του απογοήτευσε τους δασκάλους του καθ' όλη τη διάρκεια του σχολείου.
Λεξικό Δέντρο
crabbedness
crabbed
crab



























