courtship
cour
ˈkɔ:
κο
tship
ʧɪp
τσιπ

Ορισμός και σημασία του "courtship"στα αγγλικά

01

αρραβώνας, φλερτ

the period of time when two people are getting to know each other romantically with the intention of getting married 
courtship definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
courtships
Παραδείγματα
Their courtship was marked by romantic gestures and long walks in the park. 

Η ερωτική τους προσέγγιση σημαδεύτηκε από ρομαντικές χειρονομίες και μεγάλους περιπάτους στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

courtship
court
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store