courtyard
court
ˈkɔ:t
κοτ
yard
jɑ:d
γαντ

Ορισμός και σημασία του "courtyard"στα αγγλικά

01

αυλή, περιβάλλον χώρος

an area with no roof that is partially or completely surrounded by walls, often forming a part of a large building 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
courtyards
Παραδείγματα
The children played in the courtyard, enjoying the fresh air and sunshine. 

Τα παιδιά έπαιξαν στην αυλή, απολαμβάνοντας τον καθαρό αέρα και τον ήλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

courtyard

court

+

yard

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store