Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
airy
01
ελαφρύ, αέρινος
weighing very little
Παραδείγματα
The airy chiffon fabric floated around her like a cloud.
Το ελαφρύ ύφασμα σιφόν αιωρήθηκε γύρω της σαν σύννεφο.
02
αεράτος, εξαερισμένος
having a refreshing atmosphere due to ample circulation of fresh air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
airiest
συγκριτικός βαθμός
airier
διαβαθμίσιμο
03
αεράτος, ελαφρύς
(of food) feeling light and fluffy, with a pleasant texture that seems to contain lots of tiny air bubbles
04
ανέφικτος, απατηλός
unrealistic, impractical, or existing only as a vague idea
Παραδείγματα
His airy promises of instant wealth convinced no one.
Οι αέρινες υποσχέσεις του για άμεσο πλούτο δεν έπεισαν κανέναν.



























