Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Akee
01
akee, φρούτο aki
red pear-shaped tropical fruit with poisonous seeds; flesh is poisonous when unripe or overripe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
akees
02
akee, ευρέως καλλιεργείται σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές για τα αρωματικά του λουλούδια και τα πολύχρωμα φρούτα του; εισήχθη στην Τζαμάικα από τον William Bligh
widely cultivated in tropical and subtropical regions for its fragrant flowers and colorful fruits; introduced in Jamaica by William Bligh



























