Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
courageous
01
θαρραλέος, γενναίος
expressing no fear when faced with danger or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most courageous
συγκριτικός βαθμός
more courageous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rescue dog demonstrated a courageous effort in saving lives during the disaster response mission.
Ο σκύλος διάσωσης επέδειξε μια θαρραλέα προσπάθεια στη διάσωση ζωών κατά τη διάρκεια της αποστολής αντιμετώπισης καταστροφής.
Λεξικό Δέντρο
courageously
courageousness
courageous
courage



























