Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Courageousness
01
θάρρος, γενναιότητα
a quality of spirit that enables you to face danger or pain without showing fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
courageousness
courageous
courage



























