airstrip
Pronunciation
/ˈerˌstrɪp/

Ορισμός και σημασία του "airstrip"στα αγγλικά

01

διαδρόμος απογείωσης, λωρίδα προσγείωσης

a long and narrow piece of land where an aircraft can take off or land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airstrips
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store