Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counting
01
μέτρηση, καταμέτρηση
the act of counting; reciting numbers in ascending order
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
counting
01
συμπεριλαμβανομένου, μετρώντας
including or taking a particular thing or person into account
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
There are ten books on the shelf, counting the one you borrowed.
Υπάρχουν δέκα βιβλία στο ράφι, μετρώντας και αυτό που δανειστήκατε.
Λεξικό Δέντρο
recounting
counting
count



























