counterpart
coun
ˈkaʊn
kawn
ter
part
ˌpɑ:t
paat

Ορισμός και σημασία του "counterpart"στα αγγλικά

01

ομόλογος, αντίστοιχος

a person or thing that serves a similar purpose or role to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterparts
Παραδείγματα
The ambassador met with his counterpart in the neighboring country to discuss trade agreements. 

Ο πρέσβης συνάντησε τον ομόλογό του στη γειτονική χώρα για να συζητήσουν εμπορικές συμφωνίες.

02

αντίστοιχο, αντίγραφο

one of two identical copies 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store