Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterpart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterparts
Παραδείγματα
The ambassador met with his counterpart in the neighboring country to discuss trade agreements.
Ο πρέσβης συνάντησε τον ομόλογό του στη γειτονική χώρα για να συζητήσουν εμπορικές συμφωνίες.
02
αντίστοιχο, αντίγραφο
one of two identical copies



























