Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Counterpart
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterparts
Παραδείγματα
The artist ’s counterpart in the project handled the sculpture while she focused on painting.
Ο ομόλογος της καλλιτέχνιδος στο έργο ανέλαβε τη γλυπτική ενώ αυτή επικεντρώθηκε στη ζωγραφική.
02
αντίστοιχο, αντίγραφο
one of two identical copies



























