Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
counterfeit
01
πλαστός, ψεύτικος
made to closely resemble something else, typically with the intention to deceive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most counterfeit
συγκριτικός βαθμός
more counterfeit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The store was selling counterfeit bags.
Το κατάστημα πουλούσε πλαστές τσάντες.
02
ψεύτικος, προσποιητικός
having a fake or pretended quality, especially in emotions or expressions
Παραδείγματα
They exchanged counterfeit compliments at the event.
Ανταλλάξαν πλαστά κομπλιμέντα στην εκδήλωση.
Counterfeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
counterfeits
Παραδείγματα
The museum discovered a counterfeit among the rare artifacts.
Το μουσείο ανακάλυψε ένα ψεύτικο ανάμεσα στα σπάνια αντικείμενα.
to counterfeit
01
πλαστογραφώ, παραποιώ
to make a false copy of something with the intent to deceive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
counterfeit
γ΄ ενικό πρόσωπο
counterfeits
ενεστώτα μετοχή
counterfeiting
απλός αόριστος
counterfeited
παθητική μετοχή
counterfeited
Παραδείγματα
He was charged with counterfeiting passports.
Κατηγορήθηκε για πλαστογραφία διαβατηρίων.



























