phony
pho
ˈfəʊ
few
ny
ni
ni
phoneypeony

Ορισμός και σημασία του "phony"στα αγγλικά

01

ψεύτικος, παραπλανητικός

not based on honesty or truth and intended to mislead others 
Dialectamerican flagAmerican
phoneybritish flagBritish
phony definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
phoniest
συγκριτικός βαθμός
phonier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phony psychic claimed to have special powers but was exposed as a fraud. 

Ο ψεύτικος ψυχογνωστικός ισχυρίστηκε ότι έχει ειδικές δυνάμεις αλλά αποκαλύφθηκε ως απατεώνας.

01

απατεώνας, υποκριτής

a person who is insincere or pretends to be something they are not 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
phonies
Παραδείγματα
The phony acted friendly but secretly spread rumors. 

Ο ψεύτης φέρθηκε φιλικά αλλά μυστικά διέδωσε φήμες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store