Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airman
01
αεροπόρος, πιλότος
someone who operates an aircraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
airmen
αρσενικό ενικό
airman
θηλυκό ενικό
airwoman
neutral form
aviator
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
airmanship
airman



























