airman
air
ˈɛr
ερ
man
mæn
μαιν
/ˈe‌əmən/

Ορισμός και σημασία του "airman"στα αγγλικά

01

αεροπόρος, πιλότος

someone who operates an aircraft
airman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airmen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store