Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
airless
01
αεροστεγής, κακή αερισμού
lacking sufficient circulation of fresh air
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most airless
συγκριτικός βαθμός
more airless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The small room felt airless and stuffy after being closed all day.
Το μικρό δωμάτιο ένιωθε χωρίς αέρα και βουλωμένο αφού ήταν κλειστό όλη την ημέρα.
Λεξικό Δέντρο
airless
air



























