Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airing
01
αερισμός, εξαερισμός
the act of supplying fresh air and getting rid of foul air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
βόλτα, εκδρομή
a short excursion (a walk or ride) in the open air
03
μετάδοση, δημόσια έκφραση
a public expression or discussion of opinions
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
airing
air



























