to airfreight
Pronunciation
/ˈerˌfreɪt/

Ορισμός και σημασία του "airfreight"στα αγγλικά

to airfreight
01

μεταφέρω αεροπορικώς, αποστέλλω αεροπορικώς

to transport goods or cargo by air, typically via aircraft
Transitive: to airfreight cargo | to airfreight cargo somewhere
to airfreight definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
airfreight
γ΄ ενικό πρόσωπο
airfreights
ενεστώτα μετοχή
airfreighting
απλός αόριστος
airfreighted
παθητική μετοχή
airfreighted
Παραδείγματα
The automotive industry relies on airfreighting spare parts to minimize downtime in production.
Η αυτοκινητοβιομηχανία βασίζεται στην αερομεταφορά ανταλλακτικών για να ελαχιστοποιήσει τους χρόνους διακοπής στην παραγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store