Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to airfreight
01
μεταφέρω αεροπορικώς, αποστέλλω αεροπορικώς
to transport goods or cargo by air, typically via aircraft
Transitive: to airfreight cargo | to airfreight cargo somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
airfreight
γ΄ ενικό πρόσωπο
airfreights
ενεστώτα μετοχή
airfreighting
απλός αόριστος
airfreighted
παθητική μετοχή
airfreighted
Παραδείγματα
The automotive industry relies on airfreighting spare parts to minimize downtime in production.
Η αυτοκινητοβιομηχανία βασίζεται στην αερομεταφορά ανταλλακτικών για να ελαχιστοποιήσει τους χρόνους διακοπής στην παραγωγή.



























