costless
cost
ˈkɒst
kost
less
ləs
lēs
countlesscostlinesscordlesscosiness

Ορισμός και σημασία του "costless"στα αγγλικά

01

δωρεάν, χωρίς κόστος

requiring no payment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most costless
συγκριτικός βαθμός
more costless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The event provided costless entry to all attendees. 

Η εκδήλωση παρείχε δωρεάν είσοδο σε όλους τους συμμετέχοντες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store