Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cosmetic surgery
01
αισθητική χειρουργική
a medical practice aimed at enhancing or altering appearance through surgical procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cosmetic surgeries
Παραδείγματα
Lucy 's cosmetic surgery involved eyelid lift to reduce sagging.
Η αισθητική χειρουργική της Λούσι περιελάμβανε ανάταση βλεφάρων για τη μείωση της χαλάρωσης.



























