Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cosmetologist
01
κοσμητολόγος, ειδικός αισθητικής
a licensed professional who specializes in providing beauty and aesthetic treatments for the hair, skin, and nails
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cosmetologists
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cosmetologist
cosmetology
cosmetics
cosmet



























