Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cosmetic
01
καλλυντικός, αισθητικός
related to improving the appearance of the body, especially the face and skin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, appearance, beauty
Παραδείγματα
She underwent cosmetic surgery to alter the appearance of her nose.
Υπέστη αισθητική χειρουργική επέμβαση για να αλλάξει την εμφάνιση της μύτης της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cosmetic
cosmet



























