Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corrosive
01
διαβρωτικός, καταστροφικός
having the ability to cause damage or destruction, especially through chemical reactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corrosive
συγκριτικός βαθμός
more corrosive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, materials, damage
Παραδείγματα
The corrosive nature of the cleaning solution caused discoloration on the countertop.
Η διάβρωση της καθαριστικής ουσίας προκάλεσε αποχρωματισμό στον πάγκο.
02
διαβρωτικός, δηκτικός
spitefully sarcastic
Corrosive
01
διαβρωτικό, διαβρωτική ουσία
a substance having the tendency to cause corrosion (such a strong acids or alkali)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
corrosives
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
corrosive
corrode



























