Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corrosive
01
διαβρωτικός, καταστροφικός
having the ability to cause damage or destruction, especially through chemical reactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most corrosive
συγκριτικός βαθμός
more corrosive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The corrosive ideology of extremism threatens social cohesion.
Η διαβρωτική ιδεολογία του εξτρεμισμού απειλεί την κοινωνική συνοχή.
02
διαβρωτικός, δηκτικός
spitefully sarcastic
Corrosive
01
διαβρωτικό, διαβρωτική ουσία
a substance having the tendency to cause corrosion (such a strong acids or alkali)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corrosives
Λεξικό Δέντρο
corrosive
corrode



























