Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to corrode
01
διαβρώνω, καταστρέφω
to slowly damage and ruin something by exposing it to air, water, or acids
Παραδείγματα
The acid rain corroded the ancient stone statues, causing them to lose their intricate details over time.
Η όξινη βροχή διαβρώνει τα αρχαία πέτρινα αγάλματα, προκαλώντας την απώλεια των περίπλοκων λεπτομερειών τους με το πέρασμα του χρόνου.
02
διαβρώνω, σκουριάζω
to gradually become destroyed as a result of exposure to water, acids, or air
Παραδείγματα
The silver jewelry was stored inadequately, and as a result, it corroded, losing its shine and luster.
Τα ασημένια κοσμήματα αποθηκεύτηκαν ανεπαρκώς και, ως αποτέλεσμα, διαβρώθηκαν, χάνοντας τη λάμψη και τη γυαλάδα τους.
Παραδείγματα
The company 's unethical practices corroded its reputation, leading to a loss of customer trust.
Οι ανήθικες πρακτικές της εταιρείας κατέστρεψαν τη φήμη της, οδηγώντας σε απώλεια εμπιστοσύνης των πελατών.
Λεξικό Δέντρο
corroded
corroding
corrosion
corrode



























