Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to corrode
01
διαβρώνω, καταστρέφω
to slowly damage and ruin something by exposing it to air, water, or acids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corrode
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrodes
ενεστώτα μετοχή
corroding
απλός αόριστος
corroded
παθητική μετοχή
corroded
Παραδείγματα
The high humidity in the basement corroded the old photographs, causing them to fade and deteriorate.
Η υψηλή υγρασία στο υπόγειο διαβρώνει τις παλιές φωτογραφίες, προκαλώντας ξεθώριασμα και φθορά.
02
διαβρώνω, σκουριάζω
to gradually become destroyed as a result of exposure to water, acids, or air
Παραδείγματα
The iron gate gradually corroded over time due to constant exposure to rainwater and developed rust.
Η σιδερένια πύλη διαβρώνεται σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου λόγω συνεχούς έκθεσης σε νερό βροχής και αναπτύσσει σκουριά.
Παραδείγματα
Lies and deceit have corroded the trust between friends, making it difficult for them to rebuild their relationship.
Τα ψέματα και η εξαπάτηση έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη μεταξύ φίλων, καθιστώντας δύσκολη την ανασυγκρότηση της σχέσης τους.
Λεξικό Δέντρο
corroded
corroding
corrosion
corrode



























