to correlate
Pronunciation
/ˈkɔrəˌleɪt/

Ορισμός και σημασία του "correlate"στα αγγλικά

to correlate
01

συσχετίζω, έχω αμοιβαία επίδραση

to be closely connected or have mutual effects
Transitive: to correlate with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
correlate
γ΄ ενικό πρόσωπο
correlates
ενεστώτα μετοχή
correlating
απλός αόριστος
correlated
παθητική μετοχή
correlated
Παραδείγματα
Employee satisfaction surveys aim to identify factors that correlate with higher workplace morale.
Οι έρευνες ικανοποίησης των εργαζομένων στοχεύουν στον εντοπισμό παραγόντων που συσχετίζονται με υψηλότερο ηθικό στο χώρο εργασίας.
02

συσχετίζω, δείχνω αμοιβαία σχέση

to cause or show a mutual relation between two things
Ditransitive: to correlate sth with sth
Παραδείγματα
The curriculum redesign aimed to correlate classroom learning with real-world applications.
Ο επανασχεδιασμός του προγράμματος σπουδών στοχεύει να συσχετίσει τη μάθηση στην τάξη με πραγματικές εφαρμογές.
01

συσχετιζόμενος παράγοντας, συσχετιζόμενη μεταβλητή

one of two or more variables or factors that are related or show a mutual connection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correlates
Παραδείγματα
Researchers examined correlates of academic performance.
Οι ερευνητές εξέτασαν τους συσχετισμούς της ακαδημαϊκής απόδοσης.
01

συσχετιζόμενος, συνδεδεμένος

having a mutual or reciprocal relationship with something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Certain personality traits are correlate with job performance.
Ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας συσχετίζονται με την απόδοση στην εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store