Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to correlate
01
συσχετίζω, έχω αμοιβαία επίδραση
to be closely connected or have mutual effects
Transitive: to correlate with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
correlate
γ΄ ενικό πρόσωπο
correlates
ενεστώτα μετοχή
correlating
απλός αόριστος
correlated
παθητική μετοχή
correlated
Παραδείγματα
The increase in exercise tends to correlate with improvements in overall health and well-being.
Η αύξηση της άσκησης τείνει να συσχετίζεται με βελτιώσεις στη γενική υγεία και ευεξία.
02
συσχετίζω, δείχνω αμοιβαία σχέση
to cause or show a mutual relation between two things
Ditransitive: to correlate sth with sth
Παραδείγματα
The government is trying to correlate environmental conservation with economic development.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να συσχετίσει τη διατήρηση του περιβάλλοντος με την οικονομική ανάπτυξη.
Correlate
01
συσχετιζόμενος παράγοντας, συσχετιζόμενη μεταβλητή
one of two or more variables or factors that are related or show a mutual connection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
correlates
Παραδείγματα
Height and weight are common correlates in health studies.
Το ύψος και το βάρος είναι κοινές συσχετίσεις σε μελέτες υγείας.
correlate
01
συσχετιζόμενος, συνδεδεμένος
having a mutual or reciprocal relationship with something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The variables are closely correlate, showing a strong connection.
Οι μεταβλητές είναι στενά συσχετισμένες, δείχνοντας μια ισχυρή σύνδεση.
Λεξικό Δέντρο
correlated
correlation
correlative
correlate
correl



























