cornpone
corn
kɔrn
κορν
pone
poʊn
πουν
/kˈɔːnpə‍ʊn/

Ορισμός και σημασία του "cornpone"στα αγγλικά

01

ψωμί καλαμποκιού, κέικ καλαμποκιού

a type of Southern American bread made with maize flour and water
cornpone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornpones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store