cornrows
corn
ˈkɔ:n
kawn
rows
rəʊz
rewz

Ορισμός και σημασία του "cornrows"στα αγγλικά

01

αφρικανικές πλεξούδες, ράστα πλεξούδες

a hair style in which the hair is braided in many flat rows on the scalp 
cornrows definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornrows
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store