Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cornrows
01
αφρικανικές πλεξούδες, ράστα πλεξούδες
a hair style in which the hair is braided in many flat rows on the scalp
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornrows



























